ΑΣ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΠΑΡΕΑ


powered by Agones.gr - Stoixima

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 17 Μαΐου

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Σεπτεμβρίου

Κυριακή του Τυφλού - ᾿Ιω. θ´ 1-38
Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεο πάνω σ’ αυτόν......


Τω καιρώ εκείνω, παράγων ο ᾿Ιησούς, είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Καί ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· ῾Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησούς·

Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ᾿ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. ᾿Εμέ δεί εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. ῞Οταν εν τω κόσμω ω, φως ειμι του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ·

 ῞Υπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. ᾿Απήλθεν ούν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ούν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον· Ουχ ούτός εστιν ο καθήμενος και προσαιτών; ῎Αλλοι έλεγον ότι ούτός εστιν· άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστιν. ᾿Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμι.

῎Ελεγον ούν αυτώ· Πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; ᾿Απεκρίθη εκείνος και είπεν· ῎Ανθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι· ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ούν αυτώ· Πού εστιν εκείνος; Λέγει· Ουκ οίδα.

῎Αγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτε τυφλόν. ῏Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο ᾿Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ούν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πως ανέβλεψεν. ῾Ο δε είπεν αυτοίς· Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω.

῎Ελεγον ούν εκ των Φαρισαίων τινές· Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. ῎Αλλοι έλεγον· Πως δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; Καί σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν· Συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ῾Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν.

Ουκ επίστευσαν ούν οι ᾿Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· Ούτός εστιν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; Πως ούν άρτι βλέπει;

᾿Απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον· Οίδαμεν ότι ούτός εστιν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη· πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, η τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ουκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους ᾿Ιουδαίους· ήδη γαρ συνετέθειντο οι ᾿Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Διά τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε.

᾿Εφώνησαν ούν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ· Δος δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. ᾿Απεκρίθη ούν εκείνος και είπεν· Ει αμαρτωλός εστιν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν· Τι εποίησέ σοι; Πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ᾿Απεκρίθη αυτοίς· Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· Τι πάλιν θέλετε ακούειν;

Μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ᾿Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· Συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωϋσέως εσμέν μαθηταί. ῾Ημείς οίδαμεν ότι Μωϋσεί λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. ᾿Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· ᾿Εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ᾿ εάν τις θεοσεβής ͺη και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. 

Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. ᾿Απεκρίθησαν και είπον αυτώ· ᾿Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; Καί εξέβαλον αυτόν έξω. ῎Ηκουσεν ο ᾿Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού; ᾿Απεκρίθη εκείνος και είπε· Καί τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο ᾿Ιησούς· Καί εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού εκείνός εστιν. ῾Ο δε έφη· Πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ. 

Απόδοση στη νεοελληνική:
Εκείνο τον καιρό, καθώς πήγαινε στον δρόμο του ο ᾿Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του· «Διδάσκαλε, ποιός αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος η οι γονείς του;»

῾Ο ᾿Ιησούς απάντησε· «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. ῞Οσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που μ’ έστειλε.

῎Ερχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. ῞Οσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο». ῞Οταν τα είπε αυτά ο ᾿Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού, και του είπε·

«Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ» -που σημαίνει «απεσταλμένος από τον Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω, έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν·  «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;»

Μερικοί έλεγαν· «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν· «Είναι κάποιος που του μοιάζει». ῾Ο ίδιος όμως έλεγε· «᾿Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν· «Πως, λοιπόν, άνοιξαν τα μάτια σου;» ᾿Εκείνος απάντησε· «῞Ενας άνθρωπος που τον λένε ᾿Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια και μου είπε· “πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου”· πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου».

Τον ρώτησαν, λοιπόν· «Πού είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω», τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. ῾Η μέρα που έφτιαξε ο ᾿Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. ῎Αρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πως απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε· «῎Εβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω».

Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν· «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». ῎Αλλοι όμως έλεγαν· «Πως μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Καί υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό· «᾿Εσύ τι λες γι’ αυτόν; πως εξηγείς ότι σού άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε· «Είναι προφήτης». Οι ᾿Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν· «Αυτός είναι ο γιός σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πως, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν·

«Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιός μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός· πως όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, η ποιός του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο· ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους ᾿Ιουδαίους.

 Γιατί, οι ᾿Ιουδαίοι άρχοντες είχαν κιόλας συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο ᾿Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, «ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πριν τυφλός και του είπαν· «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». ᾿Εκείνος τότε τους απάντησε·

 «῍Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω· ένα ξέρω· πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν πάλι· «Τι σού έκανε; Πως σού άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας», τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε· γιατί θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του;»

 Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν· «᾿Εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή· εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στον Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευσή του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε· «᾿Εδώ είναι το παράξενο, πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος τον σέβεται και κάνει το θέλημά του, αυτόν τον ακούει.

᾿Από τότε που έγινε ο κόσμος, δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. ῍Αν αυτός δεν ήταν από τον Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «᾿Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον δάσκαλο σ’ εμάς;» Καί τον πέταξαν έξω.

῾Ο ᾿Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε· «᾿Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» ᾿Εκείνος αποκρίθηκε· «Καί ποιός είναι αυτός, κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δεί», του είπε ο ᾿Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». Τότε εκείνος είπε· «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.

πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου