ΑΣ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΠΑΡΕΑ


powered by Agones.gr - Stoixima

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Το κορίτσι με τα σπίρτα, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

                         

Έκανε τρομερό κρύο. Χιόνιζε από το πρωί, και τώρα σήμανε το βράδυ, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Μέσα στο βοριά τον παγωμένο, μια μικρούλα περνούσε απ' το δρόμο. Ήταν ξυπόλυτη και δίχως καπέλο. Όταν βγήκε το πρωί από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, κάτι παλιές παντούφλες που η μητέρα της τις είχε άλλοτε πολύ φορεμένες και της ήταν πολύ μεγάλες. Γι ' αυτό τις έχασε σε μια στιγμή που έτρεξε να παραμερίσει απ' ένα αμάξι που ερχόταν τρεχάλα. Όταν πέρασε τ' αμάξι, έψαξε για τις παντούφλες της, αλλά ένα παλιόπαιδο είχε πάρει τη μια κι έφευγε γελώντας κοροϊδευτικά. Την άλλη την είχε κάμει λιώμα τ' αμάξι.

Κι έτσι η μικρούλα δεν είχε πια τίποτα να πρoφυλάξει τα ποδαράκια της, που ήταν μελανά από το κρύο. Στην παλιά ποδιά της είχε σπίρτα. Είχε ένα ολόκληρο πακέτο και τα πουλούσε. Μα την ημέρα αυτή, την παραμονή του νέου έτους, όλοι ήταν τόσο βιαστικοί και, με τον παλιόκαιρο αυτό, κανείς δε σταματούσε, για να κοιτάξει το προσωπάκι της μικρής, που ικέτευε δίχως να μιλεί. Η μέρα σωνόταν και δεν είχε πουλήσει ούτ' ένα κουτί. Κανείς δεν την είχε ελεήσει ούτε με μια πεντάρα. Τρέμοντας από το κρύο και την πείνα, σερνόταν από δρόμο σε δρόμο. Ήταν ζωντανή εικόνα της χειρότερης δυστυχίας.
                           

Νιφάδες από χιόνι σκέπαζαν τα μακριά ξανθά της μαλλιά, που έπεφταν στο λαιμό της κατσαρωμένα. Αυτό όμως δεν την έ-νοιαζε βέβαια διόλου. Σ' όλα τα παράθυρα έλαμπαν φώτα, κι απ' όλα σχεδόν τα σπίτια έβγαινε μια ωραία ευωδία από τη χήνα, που έψηναν για το αποψινό γλέντι. Αυτό, ω, αυτό βέβαια την έκανε να κοντoστέκεται εδώ κι εκεί και ν' ακούει την ορεχτική μυρωδιά.
Τέλος, αφού για στερνή φορά πρόσφερε το πακέτο της με τα σπίρτα, το δυστυχισμένο παιδί βλέπει μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια, κάπως πρoφυλαγμένη. Κάθεται εκεί τσακισμένη και στριμώχνεται, τραβώντας κοντά στο σώμα της τα μικρά της πό-δια. Μα τουρτουρά και κρυώνει πιο πολύ από πριν κι όμως δεν τολμά να γυρίσει σπίτι της. Γιατί δεν είχε διόλου λεφτά να πάει στον πατριό της, κιαυτός σίγουρα θα την έδερνε. Άλλωστε, μέσα στην άθλια σοφίτα, έκανε το ίδιο κρύο, γιατί η σκεπή ήταν χαλασμένη κι ο άνεμος φυσούσε μέσα και δεν είχαν διόλου φωτιά.
Τα χεράκια της ήταν ξυλιασμένα.
-Αν έπαιρνα ένα σπίρτο, σκέφθηκε, μόνο ένα, για να βγάλω λίγη φωτιά να ζεστάνω τα δάχτυλά μου; Ο πατέρας δε θα το καταλάβει πως λείπει.
`Αυτό κι έκαμε. Το 'τριψε και φστ! φστ! να το που ανάβει! Έβαλε το χέρι της κοντά και της φάνηκε πως βρισκόταν μπροστά σε καμιά μεγάλη σόμπα, πλούσια και γεμάτη στολίδια. Μέσα έδινε κι έπαιρνε η φωτιά, φωτιά με τα όλα της. Αχ, τι γλυκιά ζέστη. Η μικρή είπε να απλώσει τα ποδάρια της να τα ζεστάνει -όταν, ξαφνικά, η φλόγα έσβησε. Η σόμπα εξαφανίστηκε και το παιδί έμει-νε εκεί δα, κρατώντας στο χέρι ένα ψιλό ξυλάκι μισοκαμένο.
Έστριψε δεύτερο σπίρτο. Η λάμψη έπεφτε πάνω στον τοίχο, και ο τοίχος γινόταν διάφανος, κι η μικρή είδε τι γινόταν μέσα στη σάλα, που ήταν από πίσω. Το τραπέζι ήταν στρωμένο μ , ένα ωραίο κάτασπρο τραπεζομάντιλο, όπου έλαμπαν τα πορσελάνινα σερβίτσια. Στη μέση ήταν η ψητή χήνα, γαρνιρισμένη με ζαχαρωμένα μήλα. Και να που το πουλί ζωντανεύει ξαφνικά κι έρχεται μπροστά στη μικρή, μ' ένα πιρούνι κι ένα μαχαίρι, καρφωμένο στο στήθος του. Κι ύστερα πια τίποτα. Η φλόγα σβήνει και δεν μένει παρά μόνο ο τοίχος, ο ψυχρός και υγρός τοίχος.
Η μικρή παινεί τρίτο σπίρτο, και τώρα ονειρεύεται πως είναι κοντά σ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο, πολύ πλουσιότερο απ' εκείνο που είδε πέρσι σ' ένα πλούσιο σπίτι από τα τζάμια του παραθυριού. Στα πράσινα κλαριά του καίνε πολύχρωμα κεριά κι απ' όλες τις μεριές κρέμονται χρυσωμένα μπομπόνια, παγνιδάκια, ένα πλήθος από θάματα κι από μάγια! Το φτωχό το κοριτσάκι απ-λώνει το χέρι, για να πιάσει το πιο άσχημο, το πιο ταπεινό. Μα το σπίρτο σβήνει. Το δέντρο φαίνεται σαν ν' ανεβαίνει προς τον ουρανό και τα κεριά του γίνονται άστρα. 'Εν' απ' αυτά ξεκολλά και κυλά στη γη, αφήνoντας πίσω του χρυσωμένη γραμμή.
-Να κάποιος που θα πεθάνει, συλλογίζεται η μικρή.
Η γριά γιαγιά της, το μόνο πλάσμα που την είχε αγαπήσει και που είχε πεθάνει εδώ και καιρό, της είχε πει πως, όταν βλέπει ένα πεφταστέρι, θα πει πως κάποια ψυχή εκείνη την ώρα πάει στον ουρανό.
Έτριψε κι άλλο σπίρτο. Λάμψη μεγάλη απλώθηκε και μπροστά στο παιδί φάνηκε η γιαγιά. Τα φορέματά της έβγαζαν λαμπρό φως και το πρόσωπό της ήταν τόσο γλυκό και τόσο τρυφερό!
-Γιαγιάκα, φώναξε η μικρή, έλα πάρε με. Ω, μη μ' αφήσεις, μόλις σβήσει το σπίρτο. Θα φύγεις, όπως έφυγε κι η σόμπα η ζεστή κι η ψητή χήνα και το λαμπρό δέντρο; Μείνε, μείνε σε παρακαλώ, ή πάρε με και μένα μαζί σου.
                     

Και το παιδί άναψε κι άλλο σπίρτο, κι ύστερα κι άλλο, και σιγά σιγά όλο το πακέτο, για να βλέπει πιο πολλήν ώρα τη γιαγιάκα της. Κι ήταν μια λάμψη, πιο λαμπρή κι από τ' ωραιότερο σεληνόφως. Η γιαγιά δεν ήταν πια σκυφτή και κουρασμένη, όπως όταν πέθανε. Ήταν μεταμορφωμένη. Πήρε τη μικρή στην αγκαλιά της και την πήγε ψηλά, πολύ ψηλά σ' έναν τόπο, όπου δεν ήταν ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε λύπη: την πήγε μπροστά στο θρόνο του Θεού.
Τ’ άλλο πρωί ωστόσο, οι διαβάτες βρήκαν στη γωνίτσα το κορμί της μικρούλας. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και φαινόταν σαν να χαμογελούσε. Είχε πεθάνει από το κρύο, τη νύχτα εκείνη, που σ' άλλα παιδιά είχε φέρει τόση χαρά.
Στα ξυλιασμένα χέρια της κρατούσε ό,τι έμενε απ' ένα μισοκαμένο πακέτο σπίρτα.
-Τι ανοησία! είπ' ένας άκαρδος. Πώς φαντάστηκε πως θα ζεσταινόταν με τα σπίρτα!
Άλλοι έχυσαν δάκρυα πάνω στο φτωχό παιδάκι. Γιατί δεν ήξεραν τι ωραία πράγματα είχε ιδεί τη νύχτα εκείνη, κι ότι όσο κι αν είχε υποφέρει, τώρα όμως ήταν τρισευτυχισμένη στη γλυκιά αγκαλιά της γιαγιάς της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου